Υπερηχογράφημα β' τριμήνου (β' επιπέδου)


Το υπερηχογράφημα του β’ επιπέδου συνήθως γίνεται στην 21η-24η εβδομάδα της κύησης με σκοπό τον αναλυτικό έλεγχο της ανατομίας του εμβρύου. Αρχικά εκτιμάται η ανάπτυξη του εμβρύου και η ποσότητα του αμνιακού υγρού. Επίσης ελέγχεται η θέση του πλακούντα και ο βαθμός ωρίμανσης του, ενώ γίνεται κολπικό υπερηχογράφημα για μέτρηση του τραχήλου.

Μετράται επίσης η ροή στα μητριαία αγγεία. Αυξημένες αντιστάσεις στα μητριαία αγγεία σχετίζονται με κίνδυνο εμφάνισης πίεσης στην κύηση-προεκλαμψία ή υπολειπόμενη ενδομήτρια ανάπτυξη.

Κατά τη διάρκεια αυτού του υπερηχογραφικού ελέγχου εξετάζονται με λεπτομέρεια η ανατομία όλων των συστημάτων του εμβρύου και ιδιαίτερα:

  • η διάπλαση της καρδιάς και του θώρακα
  • το κρανίο και ο εγκέφαλος
  • η σπονδυλική στήλη και ο αυχένας
  • το πρόσωπο
  • το ουροποιητικό σύστημα και οι νεφροί
  • τα άνω και κάτω άκρα
  • το γαστρεντερικό σύστημα και το κοιλιακό τοίχωμα
  • το φύλο του εμβρύου

Πολλοί απο τους υπερηχογραφικούς δείκτες που ελέγχονται στο υπερηχογράφημα αυτό συνδέονται με χρωμοσωματικές ανωμαλίες και συνεκτιμώνται με τους δείκτες από το υπερηχογράφημα του 1ου τριμήνου. Να σημειωθεί ότι η συνεκτίμηση αυτή δεν είναι απόλυτη και απλά αυξάνει τις πιθανότητες για χρωμοσωματικές ανωμαλίες, οδηγώντας στη σύσταση για επεμβατική λήψη με αμνιοπαρακέντηση και γενετικό έλεγχο με κλασσικό ή μοριακό καρυότυπο.

Με το υπερηχογράφημα αυτό ανιχνεύονται οι περισσότερες, αλλά όχι όλες, οι συγγενείς ανωμαλίες του εμβρύου. Επομένως, ένα φυσιολογικό υπερηχογράφημα β' επιπέδου μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο για κάποια σοβαρή συγγενή ανωμαλία, αλλά είναι δυνατόν να μην αποκαλυφθούν κάποιες ανωμαλίες, είτε γιατί αυτές δεν ήταν ορατές τη στιγμή αυτή, είτε γιατί απο τη φύση τους είναι δύσκολο να αποκαλυφθούν, αλλά και για άλλους αντικειμενικούς λόγους.

Εκτέλεση της εξέτασης κατόπιν ραντεβού