Η σημασία της Γενετικής για την υγεία του ανθρώπου έχει απασχολήσει διεθνείς οργανισμούς θεσπίζοντας οδηγίες εφαρμογών και σχετικές νομοθεσίες, που οριοθετούν και αποσαφηνίζουν τα πρωτόκολλα εξετάσεων και τους κανόνες εφαρμογών.

Στη χώρα μας, αν και στην πράξη παρέχονται υπηρεσίες Ιατρικής Γενετικής από 40 και πλέον χρόνια, δεν υφίστανται οδηγίες και σχετική ρυθμιστική νομοθεσία, επιτρέποντας έτσι, μία ανεξέλεγκτη εξέλιξη του τομέα αυτού, η οποία ιδιαίτερα μετά την αλματώδη ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια νέων τεχνικών και μεθόδων εξετάσεων, εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία.

Αυτή η σελίδα είναι μια πρωτοβουλία μας, που δημιουργήθηκε για να μπορούμε να επικοινωνούμε και να εκφράζουμε τις τεκμηριωμένες απόψεις της διεθνούς βιβλιογραφίας και τις δικές μας, σχετικά με το περιεχόμενο, τις προδιαγραφές, τη διαγνωστική αξία, την ερμηνεία των εξετάσεων και εν γένει τη σωστή εφαρμογή της Κλινικής Γενετικής.

Οι θέσεις και απόψεις μας θα κοινοποιούνται με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή με fax σε όσους συναδέλφους διαφόρων ειδικοτήτων επιθυμούν την ενημέρωση αυτή, ενώ παράλληλα θα αναρτώνται στη νέα ιστοσελίδα μας, καθώς και στη σελίδα μας στο Facebook.

Ο σκοπός της πρωτοβουλίας αυτής, ελπίζουμε να εκτιμηθεί, ιδιαίτερα απο συναδέλφους που θα θέλανε να ενημερώνονται τακτικά σχετικά με θέματα Ιατρικής Γενετικής.


Το τελευταίο διάστημα κυκλοφορούν από διάφορες 'πηγές', με απολύτως καμία αποδεδειγμένη γνώση κι εμπειρία στο τομέα του Προγεννητικού Χρωμοσωματικού Ελέγχου αλλά και της Κλινικής Γενετικής, εντελώς εσφαλμένες πληροφορίες κι εντυπώσεις περί δήθεν 'νέων' και 'προηγμένων' εξετάσεων ρουτίνας προγεννητικού μοριακού καρυοτύπου.

Οι υποτιθέμενες 'νέες' αυτές εξετάσεις κάνουν λόγο για χρήση πλατφόρμας SNP - aCGH υψηλής ανάλυσης (high density SNP-aCGH), που διεθνώς εφαρμόζεται, εδώ και πολλά χρόνια, επιλεκτικά και σε συγκεκριμένα παθολογικά περιστατικά μεταγεννητικού γενετικού ελέγχου (π.χ. σε παιδιά με αναπτυξιακές διαταραχές, νοητική υστέρηση, αυτισμό, κ.α.) και που δεν έχει απολύτως καμία θέση κι αξία (έως και επικίνδυνη) ως εξέταση ρουτίνας στον καθημερινό προγεννητικό χρωμοσωματικό έλεγχο.

Η ιδιαίτερα πλούσια εμπειρία μας (βλέπε σχετική πρόσφατη δημοσίευσή μας) αλλά και πάμπολλες διεθνείς εργασίες και δημοσιεύσεις τα τελευταία 4-5 χρόνια (βλέπε βιβλιογραφία) έχουν ήδη απαντήσει με απόλυτη σαφήνεια στο θέμα αυτό, αναδεικνύοντας, μεταξύ άλλων, τα σοβαρότατα προβλήματα της χρήσης τέτοιων τεχνικών στον προγεννητικό έλεγχο , κύρια: (α) την ύπαρξη αυξημένου ποσοστού, τουλάχιστον 4-7% (1 στα 15 έως 1 στα 25 δείγματα), αποτελεσμάτων αγνώστου κλινικής σημασίας, που μεταξύ άλλων υποχρεωτικά απαιτούν και την ανάλυση των δυο γονέων (!!), (β) τον αυξημένο αριθμό αποτυχιών ανάλυσης προγεννητικών δειγμάτων (>10%), κύρια λόγω της γνωστής μέτριας/κακής ποιότητας DNA από ακαλλιέργητα κύτταρα αμνιακού υγρού, αλλά κι άλλους πολλούς περιορισμούς.

Τα δυο προαναφερθέντα βασικά προβλήματα ανατρέπουν την ίδια τη φύση και τους σκοπούς του προγεννητικού χρωμοσωματικού ελέγχου, που έχει ως κύρια κι αδιαπραγμάτευτα χαρακτηριστικά αφενός μεν ένα υψηλότατο ποσοστό επιτυχούς ανάλυσης (>99,9%) κι αφετέρου και κυριότερο την έγκαιρη εξαγωγή αποτελεσμάτων με σαφή κλινική εκτίμηση, χωρίς αμφιβολίες και 'γκρίζες ζώνες'.

Ενημερωτικά, η InterGenetics, έχοντας εφαρμόσει πρωτοποριακά τον προγεννητικό μοριακό καρυότυπο (aCGH) εδώ και 4 χρόνια, σε >6000 δείγματα προγεννητικού χρωμοσωματικού ελέγχου στην προ-αξιολογημένη και δοκιμασμένη πλατφόρμα Cytochip Focus Constitutional, έχει 99,95% ποσοστό επιτυχούς ανάλυσης και <0,1% αποτελέσματα αγνώστου κλινικής σημασίας, μη επιδεχόμενα κλινική ερμηνεία. Τα παραπάνω έχουν επιπλέον επιτευχθεί χάρις στην ιδιαίτερη κλινική εμπειρία της ομάδας αλλά και στην ύπαρξη εσωτερικής βάσης δεδομένων ευρημάτων από πολλές χιλιάδες περιστατικά προγεννητικού ελέγχου.

Δυστυχώς είναι προφανές ότι για λόγους εμπορικού εντυπωσιασμού και εκμετάλλευσης της, λογικής ίσως, άγνοιας του ευρύτερου μαιευτικού κόσμου και του κοινού σχετικά με τέτοια λεπτά κι ειδικά θέματα, επιχειρείται μια σοβαρή απειλή σε βάρος της δημόσιας υγείας κι ειδικότερα στον ιδιαίτερα ευαίσθητο τομέα του προγεννητικού ελέγχου, και μάλιστα από 'κέντρα΄ άσχετα με το αντικείμενο της Κλινικής Γενετικής.

Λόγω έλλειψης προδιαγραφών στη χώρα, αλλά και της απουσίας του αναμενόμενου επιστημονικού αντίλογου από τις συναφείς επιστημονικές εταιρείες και δημόσιους φορείς, η ομάδα μας έχοντας συναίσθηση του ρόλου της και της ευθύνης που έχει απέναντι στους εξεταζόμενους, θα αναδεικνύει και θα αντικρούει με κάθε τρόπο παρόμοιες κινήσεις επικίνδυνης παραπληροφόρησης, από όπου κι αν προέρχονται.



Σύμφωνα με όλα τα σημερινά διαθέσιμα έγκυρα δεδομένα, είναι αμφιλεγόμενο κατά πόσον υπάρχει σύνδεση μεταξύ κληρονομικής θρομβοφιλίας και μητρο-πλακουντιακής θρόμβωσης, που να οδηγεί σε δυσμενή έκβαση της κύησης, όπως η απώλεια εμβρύου, προεκλαμψία, IUGR ή αποκόλληση του πλακούντα (βλέπε οδηγίες ACOG 2013). Αυτή η πιθανή συσχέτιση έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των ελέγχων για θρομβοφιλία κατά την κύηση, χωρίς καμία επιβεβαίωση των τυχόν θετικών αποτελεσμάτων.

Η υπερεκτίμηση αυτή έχει οδηγήσει στην αλόγιστη αύξηση του προ-συμπτωματικού ελέγχου της μητέρας για θρομβοφιλία κατά την κύηση, παρόλο που μέχρι σήμερα δεν έχει αποδειχθεί συσχέτιση της θρομβοφιλίας με δυσμενή έκβαση της κύησης καθώς και για το όφελος της θεραπείας. Αναφέρουμε επίσης ότι, εκτός από τις διεθνείς προδιαγραφές και συστάσεις (ACOG, RCOG), η Ελληνική Αιματολογική Εταιρεία στο επιστημονικό της περιοδικό 'Αίμα' το 2014 σε ειδικό τεύχος για τη θρομβοφιλία επίσης καταλήγει στα ίδια συμπεράσματα.

Τέλος, από δική μας μελέτη σε 1132 περιστατικά γυναικών (ανακοινώθηκε ως προφορική παρουσίαση στο Πανελλήνιο Συνέδριο Εμβρυομητρικής Ιατρικής το 2014) , που παραπέμφθηκαν για γενετικό έλεγχο θρομβοφιλίας με μοναδική αιτία παραπομπής ιστορικό παλίνδρομων κυήσεων (RPL), η ανάλυση των αποτελεσμάτων πολλαπλών πολυμορφισμών/μεταλλάξεων οδήγησε στο συμπέρασμα ότι μόνο οι πολυμορφισμοί/μεταλλάξεις FactorV G1691A Leiden (OR 2.71, 95% CI 0.98-7.48) και Prothrombin G20210A (OR 2.51, 95% CI 1.25-6.17) εμφανίζουν κάποια στατιστικά σημαντική σχέση με την ύπαρξη ιστορικού παλίνδρομων κυήσεων - RPL. Τα αποτελέσματα δε αυτά είναι σε πλήρη ευθυγράμμιση με αντίστοιχα αποτελέσματα άλλων μεγάλων διεθνών μελετών και μετα-αναλύσεων.

Ο εργαστηριακός έλεγχος του κινδύνου θρομβοφιλίας θα ήταν δυνατό, κατ εξαίρεση, να αφορά μόνο γυναίκες με προηγούμενο ιστορικό καθ' έξιν αποβολών αγνώστου αιτιολογίας και την ανάλυση συγκεκριμένων (5-6 max.) πολυμορφισμών/μεταλλάξεων, που πιθανά οδηγούν σε αυξημένο κίνδυνο για θρομβοφιλία, πάντα σε συνεκτίμηση με τα υπόλοιπα εργαστηριακά δεδομένα. Σε πολύ επιλεγμένες περιπτώσεις, και σύμφωνα με διεθνή πρωτόκολλα, ίσως χορηγηθεί θεραπεία για να μειωθεί ο κίνδυνος θρομβώσεων, χωρίς κι αυτό να έχει αποδειχθεί ότι έχει ιδιαίτερη αξία.

Επομένως, ο αλόγιστος έλεγχος πολλαπλών πολυμορφισμών και γονιδίων, που αποδεδειγμένα δεν σχετίζονται με θρομβοφιλία (όπως ACE I/D, β-fibrinogen, GPIIIa, APOE, κ.α.) δεν συνιστάται, προκαλώντας σύγχυση και άγχος στην εξεταζόμενη, ενώ παράλληλα επιβαρύνει την ίδια (και το κράτος) με μη-ευκαταφρόνητα κι άσκοπα έξοδα (τουλάχιστον 100-200€), ποσό που θα ήταν ίσως σκόπιμο να διατεθεί σε πολύ πιο χρήσιμες και ουσιαστικές εξετάσεις που δεν γίνονται. Το ίδιο βέβαια ισχύει για την 'δήθεν ευεργετική' γενικευμένη προληπτική χορήγηση αντιπηκτικών, χωρίς να υπάρχει αποδεδειγμένη αιτία.

Την πραγματικά τραγελαφική κατάσταση που επικρατεί σήμερα στη χώρα σε σχέση με τον έλεγχο της θρομβοφιλίας (που φαίνεται να έχει αναχθεί στην βασικότερη εξέταση της εγκύου !) την διαπιστώνουμε καθημερινά εδώ και χρόνια, μέσα από τα ζευγάρια που επισκέπτονται το Κέντρο μας αναζητώντας απελπισμένα εξηγήσεις, προσκομίζοντας ανεκδιήγητες εκθέσεις αποτελεσμάτων (δήθεν) γενετικού ελέγχου θρομβοφιλίας, με δεκάδες άσχετα γονίδια και πολυμορφισμούς που έχουν ελεγχθεί και ποτέ οι εκθέσεις αυτές δεν καταλήγουν (βέβαια) σε μια τελική κλινική εκτίμηση.

Προφανώς, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτά γίνονται είτε λόγω άγνοιας, που είναι κατανοητή, είτε λόγω εμπορικού εντυπωσιασμού κι οικονομικής εκμετάλλευσης των εξεταζόμενων (στη λογική ότι όσα περισσότερα γονίδια ελέγχονται τόσο καλύτερη η εξέταση και δικαιολογημένα τα λεφτά που ξοδεύτηκαν !). Όμως, η πρακτική αυτή ενέχει σοβαρούς κινδύνους για την υγεία, οδηγώντας σε άσκοπη χρήση έντονων αντιπηκτικών θεραπειών, που διαταράσσουν τους φυσιολογικούς μηχανισμούς αιμόστασης.

Προς διαφύλαξη των εξεταζομένων και μόνο, το Κέντρο μας διατηρεί το δικαίωμα να μην αξιολογεί ούτε να προσφέρει κλινική γενετική εκτίμηση ή γενετική συμβουλευτική σε αμφιβόλου αξίας και αξιοπιστίας εξετάσεις ελέγχου θρομβοφιλίας, αναδεικνύοντας τις επιζήμιες αυτές πρακτικές σε όλους τους ενδιαφερόμενους, με κάθε τρόπο κι από όπου αν προέρχονται.



Η κυστική ίνωση (Cystic Fibrosis, CF) είναι ένα συχνό γενετικό νόσημα με μέση συχνότητα εκδήλωσης 1/2500. Στην Ελλάδα είναι το δεύτερο σε συχνότητα φορέων γενετικό νόσημα (1 στα 25 άτομα) μετά τη μεσογειακή αναιμία. Μέχρι σήμερα, έχουν αναφερθεί >1800 μεταλλάξεις του γονιδίου της κυστικής ίνωσης (CFTR). Από αυτές, ένα ποσοστό σχετίζεται με σοβαρές μορφές της νόσου, που αποτελεί και το κύριο αντικείμενο ελέγχου φορέων, ενώ ένα άλλο ποσοστό σχετίζεται με μη-κλασσικές/άτυπες/ήπιες μορφές της νόσου κι επομένως μη σοβαρές.

Για το μοριακό γενετικό έλεγχο της νόσου κι ειδικότερα για την αποκάλυψη φορέων έχουν δημοσιευθεί εδώ και χρόνια πολλές συγκεκριμένες διεθνείς συστάσεις και προδιαγραφές (guidelines), από διάφορες επιστημονικές ενώσεις (ACOG, ACMG, CMGS, EUROPEAN CF NETWORK, κι άλλες). Ειδικά για το μοριακό γενετικό έλεγχο φορέων στην Ελλάδα, λαμβάνοντας υπόψη τη συχνότητα αλλά και την σχετικά μεγάλη ετερογένεια των μεταλλάξεων στον πληθυσμό, συνιστάται ο μοριακός γενετικός έλεγχος φορέων να καλύπτει ιεραρχικά τις συχνότερες παθογόνες μεταλλάξεις κλασικής μορφής ινοκυστικής νόσου, περιλαμβάνοντας οπωσδήποτε μεταλλάξεις που απαντώνται με μεμονωμένη συχνότητα τουλάχιστον 0,1%, με τελικό ιδανικό στόχο ο έλεγχος για τις συχνότερες αυτές μεταλλάξεις να καλύπτει ποσοστό όχι μικρότερο από ~85% στον συγκεκριμένο πληθυσμό. Το ποσοστό αυτό (85%) δεν έχει συσταθεί τυχαία, αφού προσδιορίζεται και προκύπτει από τον γενικά αποδεκτό υπολειπόμενο κίνδυνο που έχει ένα εξεταζόμενο άτομο να είναι φορέας μετά από ένα αρνητικό αποτέλεσμα.

Αντίστοιχα, η πλήρης ανάλυση μεταλλάξεων όλου του γονιδίου της κυστικής ίνωσης (CFTR) για >99% των μεταλλάξεων ΔΕΝ συνιστάται και ΔΕΝ πρέπει να εφαρμόζεται για το μοριακό γενετικό έλεγχο φορέα ρουτίνας (άσχετα με το κόστος), αφού όπως προαναφέρθηκε έχει αποδειχθεί εδώ και χρόνια ότι συχνά οδηγεί σε αποτελέσματα αμφιβόλου κλινικής σημασίας, που είναι δύσκολο να ερμηνευθούν κι αναστατώνουν άσκοπα τους εξεταζόμενους. Αυτό το είδος της ανάλυσης εφαρμόζεται μόνο για διαγνωστικούς σκοπούς και σε επιλεγμένα περιστατικά υψηλού κινδύνου, π.χ. σε ασθενείς με κλινικά συμπτώματα της κυστικής ίνωσης, σε άτομα με οικογενειακό ιστορικό της νόσου, σε νεογνά με θετικό αποτέλεσμα τεστ ιδρώτα, σε άνδρες με συγγενή αμφοτερόπλευρη απουσία των σπερματικών πόρων (CBAVD).

Παρόλο αυτά, δυστυχώς, στη χώρα μας, σε πολλά κέντρα- εργαστήρια, με απολύτως καμία αποδεδειγμένη γνώση κι εμπειρία στο τομέα της Κλινικής Γενετικής, επικρατεί πλήρης άγνοια και σύγχυση σχετικά με τον γενετικό έλεγχο της κυστικής ίνωσης, και βέβαια οι ίδιοι κύκλοι οδηγούν σε παραπληροφόρηση τους μη-ειδικούς κλινικούς αλλά και το κοινό. Ακόμα χειρότερα, η παραπληροφόρηση συνοδεύεται από μια άκρατη εμπορική εκμετάλλευση, που δεν έχει απολύτως καμία βάση, αναφέροντας, εντελώς αυθαίρετα, τυχαίους αριθμούς και λίστες μεταλλάξεων, προς εντυπωσιασμό και μόνο, χωρίς καμία αποδεδειγμένη κλινική αξία και βέβαια σε πλήρη αντίθεση με τις διεθνείς συστάσεις. Για παράδειγμα, σε κάποιες από αυτές τις 'εντυπωσιακές' λίστες που κυκλοφορούν, δεν βλέπουμε 4 από τις πιο συχνές βαριές μεταλλάξεις στην Ελλάδα, που απαντώνται με συχνότητα ~3% (!). Τα αντίγραφα των διαφόρων απαράδεκτων κι επικίνδυνων εκθέσεων αποτελεσμάτων, που μας έχουν προσκομίσει προς ερμηνεία εκατοντάδες απελπισμένοι εξεταζόμενοι όλα αυτά τα χρόνια, μιλούν από μόνα τους! Εννοείται ότι, πέρα από τις συνέπειες στην οικογένεια, οι νομικές συνέπειες που επακολουθούν κι έχουν ήδη υπάρξει είναι εξίσου σοβαρές.

Η InterGenetics, για την αναγνώριση φορέων εφαρμόζει ήδη από το 2005 ειδικά σχεδιασμένη για τον Ελληνικό πληθυσμό μέθοδο ανίχνευσης ποσοστού 85% των μεταλλάξεων της κυστικής ίνωσης, ελέγχοντας τις 43 συχνότερες μεταλλάξεις στην Ελλάδα, που περιλαμβάνουν 11 σχετικά συχνές ‘Ελληνικές’ μεταλλάξεις. Ο έλεγχος αυτός έχει εφαρμοσθεί με απόλυτη επιτυχία σε περισσότερα από 12.200 περιστατικά (!) ελέγχου φορέων, με αποτέλεσμα να έχει αποκτηθεί μια σημαντικότατη εμπειρία. Επιπλέον, από το 2006, η InterGenetics συμμετέχει ανελλιπώς και με επιτυχία στον ετήσιο εξωτερικό έλεγχο ποιότητας (External Quality Assessment - EQA) που οργανώνεται από το CF-Network, έχοντας παράλληλα διαπιστεύσει τη συγκεκριμένη εξέταση. Τέλος, από το 2006, η InterGenetics έχει εκτελέσει τον πλήρη έλεγχο μεταλλάξεων του γονιδίου της κυστικής ίνωσης (CFTR) >99% σε περισσότερα από 450 περιστατικά υψηλού κινδύνου, έχοντας κατανοήσει από 'πρώτο χέρι' την πολυπλοκότητα της αξιολόγησης κι επεξήγησης αποτελεσμάτων αμφιβόλου κλινικής σημασίας.

Συμπερασματικά, ο έλεγχος φορέων για οποιοδήποτε κοινό γενετικό νόσημα, κι ιδιαίτερα της κυστικής ίνωσης λόγω της μεγάλης κλινικής ετερογένειας με την οποία εκδηλώνεται, πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με συγκεκριμένες διεθνείς προδιαγραφές και συστάσεις, από διαπιστευμένα κι αποδεδειγμένης κλινικής εμπειρίας κέντρα και δεν επιδέχεται χυδαία εμπορευματοποίηση.

Λόγω έλλειψης προδιαγραφών στη χώρα, αλλά και της απουσίας του αναμενόμενου επιστημονικού αντίλογου από τις συναφείς επιστημονικές εταιρείες και δημόσιους φορείς, η ομάδα μας έχοντας συναίσθηση του ρόλου της και της ευθύνης που έχει απέναντι στους εξεταζόμενους και στον ιατρικό κόσμο, θα αναδεικνύει και θα αντικρούει με κάθε τρόπο παρόμοιες κινήσεις επικίνδυνης παραπληροφόρησης, από όπου κι αν προέρχονται.